
Στο κέντρο του δάσους υπήρχε μια μαύρη τρύπα που οι χωρικοί αποκαλούσαν «η τρύπα του φιδιού». Κανείς δεν πλησίαζε. Έλεγαν πως όποιος κοίταζε μέσα της, έβλεπε κάτι χειρότερο από τον θάνατο.
Ένα βράδυ, ένας νεαρός πήγε μόνος του εκεί. Γονάτισε και κοίταξε μέσα. Στην αρχή είδε μόνο σκοτάδι. Ύστερα άκουσε μια φωνή να ψιθυρίζει το όνομά του.
Thank you for reading this post, don't forget to subscribe!Το χώμα άρχισε να κινείται. Ένα τεράστιο φίδι ξεπρόβαλε αργά, με μάτια που έμοιαζαν ανθρώπινα.
«Γιατί με φοβάσαι;» ρώτησε.
Ο νεαρός προσπάθησε να φύγει, μα δεν μπορούσε να κουνηθεί.
Τότε το φίδι άνοιξε το στόμα του — και μέσα δεν υπήρχαν δόντια, αλλά όλες οι κρυμμένες σκέψεις του: ο θυμός, οι ενοχές, τα ψέματα, οι φόβοι που έκρυβε χρόνια.
Και τότε κατάλαβε.
Το φίδι κατοικούσε μέσα του από παιδί. Τρεφόταν κάθε φορά που σωπαίναν οι αλήθειές του, κάθε φορά που έσκυβε το κεφάλι από φόβο, κάθε φορά που άφηνε τους άλλους να αποφασίζουν ποιος είναι. Του ψιθύριζε πως δεν αξίζει, πως πρέπει να φοβάται, πως η ελευθερία είναι επικίνδυνη. Και όσο το άκουγε, τόσο οι κινήσεις του γίνονταν ξένες, σαν να ζούσε όχι με τη δική του θέληση αλλά με τη θέληση του φιδιού.
Ο νεαρός έπεσε στα γόνατα. Για πρώτη φορά δεν προσπάθησε να κρυφτεί από όσα ένιωθε. Κοίταξε τον φόβο του κατάματα, παραδέχτηκε τη θλίψη του, τον θυμό του, τη μοναξιά του. Και τότε πρόσεξε κάτι παράξενο: όσο αποδεχόταν την αλήθεια του, το φίδι άρχισε να μικραίνει.
Κατάλαβε πως το φίδι δεν νικιόταν με μάχη, αλλά με φως. Με θάρρος. Με αλήθεια.
Σηκώθηκε όρθιος και είπε δυνατά:
«Δεν είσαι εγώ. Είσαι μόνο οι φόβοι που πίστεψα.»
Το φίδι συστράφηκε, σφύριξε δυνατά και άρχισε να διαλύεται σαν καπνός μέσα στη νύχτα.
Όταν ο νεαρός έφυγε από το δάσος, η τρύπα ήταν ακόμη εκεί. Μα δεν τον τρόμαζε πια.
Γιατί είχε καταλάβει πως ο πιο σκοτεινός λάκκος δεν βρίσκεται στη γη — αλλά μέσα στον άνθρωπο.
Και πως η ελευθερία αρχίζει τη στιγμή που αποφασίζει να κοιτάξει μέσα του χωρίς φόβο.
Views: 170